Χοντρά & Καταπιεσμένα: Μια Ματιά στις Μορφές και τα Συστήματα Καταπίεσης Κατά των Χοντρών Ατόμων και Τι Μπορούμε Να Κάνουμε ως Θεραπευτά

της Σταυρούλα Νικολάκη, φοιτήτρια του τμήματος Ψυχολογίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών (ΣΚΕ) του Πανεπιστημίου Κρήτης

επιμέλεια: Από Κοινού: Ψυχοκοινωνική ενδυνάμωση και Ψυχοθεραπεία

Χοντροφοβία1 και Ευρύτερα Συστήματα Καταπίεσης

Ως χοντρή2 γυναίκα και φοιτήτρια ψυχολογίας έχω προσωπικούς, επαγγελματικούς και πολιτικούς λόγους για τον εντοπισμό, αλλά και την αποδόμηση των συστημάτων καταπίεσης που διατηρούν και αναπαράγουν τη χοντροφοβία και το στίγμα του βάρους.

Τα χοντρά σώματα γίνονται αντιληπτά ως μη φυσιολογικά, άρρωστα και άσχημα. 

Αυτή η παθολογικοποίηση και ασχήμια ενδυναμώνεται και αναπαράγεται από τον κυρίαρχο λόγο αναφορικά με το σώμα, τα νεοφιλελεύθερα ιδανικά, τον καπιταλισμό και το κυρίαρχο ιατρικό μοντέλο. Τα χοντρά άτομα περιθωριοποιούνται μεμονωμένα, αλλά και συστημικά, σε μια κοινωνία που επιδιώκει την εξάλειψη των χοντρών σωμάτων. Συχνά γίνονται αντιληπτά ως τεμπέλικα, άσχημα, ατημέλητα, ανίκανα, ανόητα, μαλθακά, άβολα, αλλά και με έλλειψη αυτοπεποίθησης και αυτοπειθαρχίας. Το χοντρό έχει γίνει συνώνυμο της νοσηρότητας, της θνησιμότητας και της ηθικής χρεοκοπίας. Αυτό το χοντροφοβικό αίσθημα που γεννιέται από τους κυρίαρχους λόγους πλουτίζει τις βιομηχανίες (π.χ, βιομηχανία τροφίμων, βιομηχανία της μόδας και της ένδυσης, βιομηχανίες καλλυντικών, βιομηχανίες ιατρικής περίθαλψης, κτλ) και τις εταιρείες που σχετίζονται με την κουλτούρα της δίαιτας3, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο τόσο η κοινωνία όσο και οι επιστημονικές κοινότητες αντιλαμβάνονται, κατανοούν και συμπεριφέρονται στα χοντρά άτομα. 

Η χοντροφοβία και η καταπίεση αναφορικά με το μέγεθος του σώματος (sizeism) εκδηλώνεται είτε μέσω ξεκάθαρης κακοποίησης είτε με τη μορφή μικροδιακρίσεων4 σε όλο το φάσμα και τα πλαίσια της ζωής του ανθρώπου, από το οικογενειακό του περιβάλλον, στο διαπροσωπικό, φιλικό και ερωτικό, στο σχολικό και στο ακαδημαϊκό πλαίσιο, στο εργασιακό, αλλά και στο ιατρικό. Όσον αφορά το ιατρικό πλαίσιο, τα χοντρά άτομα υφίστανται κακομεταχείριση, λεκτική κακοποίηση και γενικότερα φτωχές υπηρεσίες υγείας λόγω της υπόθεσης ότι το πάχος ισούται με προβλήματα υγείας. Υπάρχει, ωστόσο, βιβλιογραφία που ασκεί κριτική στον ισχυρισμό ότι το πάχος ή ο υψηλός Δείκτης Μάζας Σώματος προκαλεί νόσο, καθώς αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε δεδομένα συσχέτισης. Όπως είναι γνωστό η στατιστική συσχέτιση βάρους-νόσου δεν αποτελεί αιτιακή σχέση ανάμεσα στα δύο και, επίσης, η συσχέτιση αυτή ίσως να εμποδίζει την αποκάλυψη των βαθύτερων μηχανισμών που ίσως βάζουν άτομα σε κίνδυνο να νοσήσουν, όπως για παράδειγμα οι κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφών, το στρες κ.α. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι αυτοί οι ισχυρισμοί αυξάνουν το στίγμα γύρω από το βάρος με αποτέλεσμα τα χοντρά άτομα να λαμβάνουν χειρότερες υπηρεσίες υγείας και να αυξάνεται η δυσφορία γύρω από το σώμα5.

Καταπίεση, Διακρίσεις και Μικροδιακρίσεις στην Ψυχοθεραπεία 

Τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, οι θεραπεύτριες, θεραπευτές και τα θεραπευτά στις δυτικές χώρες μοιράζονται τις συλλογικές απόψεις της κοινωνίας τους. Επομένως η χοντροφοβία και η καταπίεση αναφορικά με το βάρος του σώματος εισχωρεί στη δουλειά τους και αναπαράγεται μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο με διάφορους τρόπους. Ένα πολύ κοινό βίωμα χοντρών ατόμων στην ψυχοθεραπεία είναι οι μικροδιακρίσεις αναφορικά με τον περιβάλλοντα χώρο. Δηλαδή, οι στενοί χώροι, οι καρέκλες και οι καναπέδες που δεν είναι σχεδιασμένα για χοντρά άτομα. Αποκόπτεται με αυτόν τον τρόπο η συμπεριληπτικότητα και η προσβασιμότητά τους, ήδη πολλές φορές από την αίθουσα αναμονής. Μία ακόμα κοινή καταπίεση των χοντρών ατόμων στη ψυχοθεραπεία είναι οι υποθέσεις που κάνουν τα θεραπευτά για τον τρόπο ζωής τους έχοντας πολλές φορές ως μόνο στοιχείο την εικόνα του σώματος τους. Μαζί με αυτή την καταπίεση πολύ συχνά συναντάται και η μικροδιάκριση αναφορικά με τα προβλήματα ή τα ζητήματα των θεραπευόμενων ατόμων που πλαισιώνεται γύρω από την εικόνα ή το βάρος του σώματός τους από τα θεραπευτά. Το βάρος του σώματός τους μπαίνει στο επίκεντρο, παθολογικοποιείται αυτόματα και γίνεται η αιτία για όλα τα δυσφορικά τους συναισθήματα, ανεξάρτητα από το πλαίσιο και τα άτομα που το φέρουν. Ακόμα και το λεξιλόγιο που θα χρησιμοποιήσουν τα θεραπευτά ή οι αυτόκλητες  προτάσεις για δίαιτα και χάσιμο βάρους, η αποφυγή ή και η αμηχανία τους να μιλήσουν με τα θεραπευόμενα τους για το βάρος τους είναι μορφές καταπίεσης και μικροδιακρίσεων που υφίστανται τα χοντρά άτομα στη θεραπεία. 

Λόγω των παραπάνω πολλές φορές τα θεραπευόμενα άτομα αρχίζουν και γίνοται αποφευκτικά, αναβάλλουν ή ακυρώνουν συνεδρίες, καθώς το ασφαλές πλαίσιο που θα έπρεπε να είναι το θεραπευτικό δωμάτιο όχι μόνο δεν είναι τόσο ασφαλές, αλλά μπορεί να γίνει κακοποιητικό ή και τραυματικό για αυτά. 

Προτάσεις για Συμπεριληπτικές Προσεγγίσεις του Βάρους στην Ψυχοθεραπεία

Υπάρχουν διάφορες εκδηλώσεις μιας προσέγγισης συμπεριληπτικής προς το βάρος για την υγεία και ευεξία των ατόμων σε αντίθεση με τη στιγματιστική και κακοποιητική κανονιστική προσέγγιση του βάρους. Ο όρος «συμπεριληπτική προσέγγιση του βάρους» στην ψυχοθεραπεία χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια πρακτική που αντιτίθεται στην κυρίαρχη «κανονιστική προσέγγιση βάρους» προωθώντας την αποδοχή του μεγέθους του σώματος, αντικρούοντας την ιατρικοποίηση και ντροπή των χοντρών σωμάτων με επιστημονικά στοιχεία και τιμώντας το θεμελιώδες δικαίωμα των χοντρών ανθρώπων να υπάρχουν και να ζουν χωρίς προκαταλήψεις, διακρίσεις και κατηγορίες για τη μη επιδίωξη απώλειας βάρους.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό και μηχανισμός αλλαγής μέσω της υιοθέτησης της συμπεριληπτικής προσέγγισης του βάρους είναι η καλλιέργεια γνώσης και εμπειρίας σχετικά με το μέγεθος του σώματος και την αποδοχή του πάχους. Η καλλιέργεια σε αυτούς τους τομείς μπορεί να δώσει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τη συστημική καταπίεση αναφορικά με το μέγεθος του σώματος, να απαιτήσουν ισότητα και προσβασιμότητα και να επανοικειοποιηθούν τα σώματά τους. Στο πιο βασικό επίπεδο, πρέπει να φροντίσουμε τα γραφεία μας να είναι χώροι ισότητας και προσβασιμότητας. Ως θεραπεύτριες, θεραπευτά και θεραπευτές οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και να αμφισβητήσουμε τις δικές μας μεροληψίες αναφορικά με το βάρος, τις υποθέσεις και στάσεις μας για το μέγεθος του σώματος και να μη μιλάμε για το πάχος με αρνητικό τρόπο. Να προσέχουμε, ακόμη, ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε δεν υποθέτει ένα ιδανικό τύπο/βάρος σώματος και να ενθαρρύνουμε τα θεραπευόμενά μας να στέκονται κριτικά απέναντι στις λέξεις που χρησιμοποιούμε καθώς και να μας ενημερώνουν, αν θεωρούν ότι το λεξιλόγιό μας είναι στιγματιστικό. Επίσης, να αναφερόμαστε και να συζητάμε για το στίγμα του βάρους σε όλες τις διαφορετικές μορφές του, αλλά και τις διασταυρώσεις του με άλλες περιθωριοποιημένες ταυτότητες.

Οφείλουμε, ακόμη, να εξετάζουμε τη σύνδεση ανάμεσα στη συναισθηματική δυσφορία και την κουλτούρα της χοντροφοβίας. Μπορούμε να δίνουμε χώρο στα χοντρά θεραπευόμενα άτομα  να εκφράσουν θυμό και οργή για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται, ειδικά από την ιατρική κοινότητα. Ακόμη, σε κάποιο βαθμό και όπου χρειάζεται, να επιβεβαιώνουμε τις ενσώματες εμπειρίες των χοντρών θεραπευόμενων ατόμων αφήνοντας χώρο σε αυτά να συζητήσουν για το σώμα τους και το σώμα μας. Επιπλέον, να αναφερόμαστε και να συζητάμε για την εσωτερικευμένη χοντροφοβία και την ντροπή για το σώμα ευθέως και ανοιχτά, καθώς και να ενδυναμώνουμε τα θεραπευόμενα άτομα να διεκδικούν τα σώματα τους, να συνδεθούν μαζί τους και να τα φροντίζουν. Επιπρόσθετα, χρειάζεται να αναστοχαζόμαστε κριτικά, σεβόμενες παράλληλα τη θέση των θεραπευόμενων, σχετικά με τους κυρίαρχους λόγους που ενσωματώνονται από τα ίδια τα άτομα για το σώμα τους. Για παράδειγμα, μπορούμε να φωτίζουμε μαζί με το άτομο, όπου αυτό είναι εφικτό, τις πολλαπλές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι συνεχείς προσπάθειές να επιτύχουν ένα πολιτισμικά καθορισμένο σώμα.

Το στίγμα του βάρους διασταυρώνεται με τον σεξισμό, τον ρατσισμό, την ικανοτισμό (ableism), τον υγιεινισμό (healthism), τον ηλικισμό (ageism), την ομοφοβία, την τρανσφοβία, τον ταξισμό (classism) και την λευκή υπεροχή (white supremacy/whiteness), τα οποία επηρεάζουν την ικανότητα των ανθρώπων να κατοικούν άνετα στο σώμα τους. Επομένως, είναι σημαντικό ως θεραπεύτριες να εστιάζουμε στις εμπειρίες του θεραπευόμενου ατόμου που ίσως μας είναι άγνωστες λόγω δικών μας προνομίων και να γνωρίζουμε το θεωρητικό πλαίσιο που μελετά τις διασταυρωμένες καταπιέσεις που ενδέχεται να βιώνει το θεραπευόμενο. Τέλος, στην ψυχοθεραπεία η ιδιαίτερη εστίασή μας είναι στη θεραπεία των σχέσεων των θεραπευόμενων με το φαγητό και το σώμα, όταν τα ίδια τα άτομα το φέρουν ως αίτημα, και όχι στην «διόρθωση» των σωμάτων τους βάσει των πολιτισμικά και ιατρικά κυρίαρχων λόγων. 

Ως αναπόσπαστο μέρος αυτού του έργου, γιορτάζουμε την αντίσταση. Δεν αρκεί να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να θεραπευτούν από ή να αντέξουν τις συνέπειες της καταπίεσης και μετά να τους στείλουμε πίσω στα καταπιεστικά συστήματα. Χρειάζεται να αντισταθούμε στα συστήματα που αποφασίζουν ποιων σώματα είναι άξια και πολύτιμα και ποιων όχι. Το να εργαζόμαστε μαζί με τα θεραπευόμενά μας για να δημιουργήσουμε έναν κοινωνικά δίκαιο κόσμο προσκαλεί τον ακτιβισμό (στη δουλειά μας, αλλά και έξω από αυτήν) ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να βελτιώσει την ψυχολογική ευεξία. 

1 Χοντροφοβία: Είναι οι προκαταλήψεις κατά του πάχους, οι οποίες αντανακλούν αρνητικές στάσεις και πεποιθήσεις για τα άτομα που είναι, ή εκλαμβάνονται ως, χοντρά. Το στίγμα που βιώνουν τα χοντρά άτομα είναι διάχυτο, με πηγές διακρίσεων που κυμαίνονται από επαγγελματίες του ιατρικού τομέα έως εκπαιδευτικούς και μέλη της οικογένειας.Υπάρχουν, λοιπόν, λίγα περιβάλλοντα και διαπροσωπικές σχέσεις που μένουν ανέγγιχτα από το στίγμα του βάρους.

2 Στο άρθρο χρησιμοποιώ τον όρο χοντρή/χοντρό/χοντρός, ως ένα ουδέτερο και περιγραφικό επίθετο για το μέγεθος του σώματος. Αναγνωρίζω ότι αυτή η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά ως υποτιμητική και κακοποιητική. Θεωρώ, όμως, πολύ σημαντική την επανακοινοποίηση της και απελευθερωτικό τον αποστιγματισμό της. Οι όροι «παχύσαρκο» και «υπέρβαρο» προέρχονται και βασίζονται στον ιατρικό λόγο και έχουν χρησιμοποιηθεί για την παθολογία και τη διάκριση σε βάρος των χοντρών ατόμων και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, συνειδητά, επιλέγω να μην τους χρησιμοποιώ.

3 Κουλτούρα της δίαιτας: Η κουλτούρα της δίαιτας είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων που εξισώνει το αδύνατο σώμα με την υγεία και την ηθική αρετή, προωθεί την απώλεια βάρους ως μέσο για την επίτευξη υψηλότερης κοινωνικής θέσης και δαιμονοποιεί ορισμένους τρόπους διατροφής, ενώ εξυψώνει άλλους. Βασίζεται στο φόβο του πάχους και υποστηρίζει ότι ορισμένα σώματα, ιδιαίτερα τα λεπτά, λευκά και αρτιμελή σώματα, έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλα. Εξισώνει την απώλεια βάρους με την υγεία, αν και πολλά από αυτά που μπορούμε να κάνουμε στο όνομα της απώλειας βάρους δεν προάγουν τη σωματική ή συναισθηματική ευεξία.

4 Μικροδιακρίσεις: Είναι οι συνήθεις λεκτικές, συμπεριφορικές ή περιβαλλοντικές κακομεταχειρίσεις, σκόπιμες ή ακούσιες που επικοινωνούν εχθρικές, υποτιμητικές προσβολές σε ένα άτομο-στόχο ή ομάδα.Ένα διακριτό χαρακτηριστικό των μικροδιακρίσεων είναι ότι τα άτομα που τις διαπράττουν είναι συχνά, αν και όχι πάντα, εν αγνοία τους μην αναγνωρίζοντας ότι συμβάλλουν στην απαξίωση μιας περιθωριοποιημένης ομάδας. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν αντιλαμβάνονται το υποκείμενο μήνυμα, ή τη μεταεπικοινωνία, που εμπεριέχεται στη συμπεριφορά ή την παρατήρησή τους, ή επειδή πιστεύουν ότι μεταδίδουν ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα. Αν και μπορεί να θεωρηθεί ότι οι μικροδιακρίσεις έχουν πολύ μικρό αντίτυπο, η επαναλαμβανόμενη εμφάνισή τους αποτελεί ένα επίπεδο συσσωρευμένου στρες για τα άτομα που τις λαμβάνουν.

 5 Δεν είναι στους σκοπούς αυτού του άρθρου να γίνει εκτενής αναφορά σχετικά με την κριτική στον ΔΜΣ, τις προκαταλήψεις και τις μεροληψίες της ιατρικής κοινότητας αναφορικά με τα χοντρά σώματα και το πάχος. Για περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες μπορείτε να ανατρέξετε, εκτός από την παρακάτω βιβλιογραφία, και στα εξής επιστημονικά άρθρα:

Bacon, L., & Aphramor, L. (2011). Weight science: evaluating the evidence for a paradigm shift. Nutrition journal, 10(1), 1-13. doi: https://doi.org/10.1186/1475-2891-10-9

Tylka, T. L., Annunziato, R. A., Burgard, D., Daníelsdóttir, S., Shuman, E., Davis, C., & Calogero, R. M. (2014). The weight-inclusive versus weight-normative approach to health: Evaluating the evidence for prioritizing well-being over weight loss. Journal of obesity, 2014. doi: https://doi.org/10.1155/2014/983495

Επιπλέον, είναι σημαντική η αναφορά στο κίνημα Health at Every Size που υποστηρίζει ότι η υγεία σχετίζεται πρωτίστως με οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όχι με το βάρος του σώματος, και άρα απαιτεί κοινωνική και πολιτική δράση. Επίσης, προτείνει μια εστίαση στην υγεία που δεν θα σχετίζεται με απώλεια βάρους. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ: https://haescommunity.com/

Βιβλιογραφία:

Abel, S. A. (2020). ” Let’s talk about your weight”: How fatphobia manifests in therapy. (Ανέκδοτη διδακτορική διατριβή). University Toronto, Ontario. Ανακτήθηκε από http://130.63.180.190/xmlui/bitstream/handle/10315/37782/Abel_Samantha_A_2020_PhD.pdf?sequence=2&isAllowed=y στις 8/11/2021 

Akoury, L. M., Schafer, K. J., & Warren, C. S. (2019). Fat women’s experiences in therapy:“You can’t see beyond… unless I share it with you”. Women & Therapy, 42(1-2), 93-115. doi: https://doi.org/10.1080/02703149.2018.1524063

Calogero, R. M., Tylka, T. L., Mensinger, J. L., Meadows, A., & Daníelsdóttir, S. (2019). Recognizing the fundamental right to be fat: A weight-inclusive approach to size acceptance and healing from sizeism. Women & Therapy, 42(1-2), 22-44. doi: https://doi.org/10.1080/02703149.2018.1524067   

Fahs, B. (2019). Fat and furious: Interrogating fat phobia and nurturing resistance in medical framings of fat bodies. Women’s Reproductive Health, 6(4), 245-251. doi: https://doi.org/10.1080/23293691.2019.1653577    

Faw, M. H., Davidson, K., Hogan, L., & Thomas, K. (2021). Corumination, diet culture, intuitive eating, and body dissatisfaction among young adult women. Personal Relationships. doi: https://doi.org/10.1111/pere.12364

Kinavey, H., & Cool, C. (2019). The broken lens: How anti-fat bias in psychotherapy is harming our clients and what to do about it. Women & Therapy, 42(1-2), 116-130. doi: https://doi.org/10.1080/02703149.2018.1524070

Munro, L. (2017). Everyday indignities: using the microaggressions framework to understand weight stigma. Journal of Law, Medicine & Ethics, 45(4), 502-509. doi: https://doi.org/10.1177/1073110517750584