Τι είναι μια “κοινότητα πρακτικής”;

Τι είναι μια “κοινότητα πρακτικής”;

μια σύντομη πρόταση για την οργάνωση της συνάντησης Χιαστί

Στις διάφορες ψυχοθεραπευτικές εκπαιδεύσεις, μερικές φορές δίνεται έμφαση στη θεωρητική κατάρτιση, στις τεχνικές και στην ατομική εποπτεία. Άλλες φορές, χρησιμοποιούνται (μόνο;) βιωματικές τεχνικές και εμπειρική διερεύνηση. Όμως, στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο μέρος της μάθησης δεν συμβαίνει μέσα από εισηγήσεις ή πρόσωπο με πρόσωπο διδασκαλία, αλλά μέσα από τη συμμετοχή σε ζωντανές επαγγελματικές σχέσεις, σε πραγματικά πλαίσια. Εδώ ακριβώς εντάσσεται η έννοια της κοινότητας πρακτικής (community of practice), όπως αναπτύχθηκε από τον Etienne Wenger και τη Jean Lave.

AI generated image

Σύμφωνα με τον Wenger, μια κοινότητα πρακτικής είναι μια «διαρκής μαθησιακή σύμπραξη» ανθρώπων που μοιράζονται ένα κοινό πεδίο ενδιαφέροντος, αλληλεπιδρούν τακτικά και αναπτύσσουν από κοινού τρόπους σκέψης και δράσης. Η κοινότητα δεν είναι απλώς ένα δίκτυο επαφών, αλλά ένα ζωντανό οικοσύστημα μάθησης που συγκροτείται γύρω από τρία στοιχεία:

(α) ένα κοινό πεδίο (domain), π.χ. η ψυχοθεραπευτική πρακτική με κοινές αξίες και επιστημολογία,

(β) μια κοινότητα σχέσεων, φροντίδας και αλληλεπίδρασης, και

(γ) μια πρακτική, δηλαδή ένα κοινό ρεπερτόριο εργαλείων, αφηγήσεων, εννοιών και τρόπων παρέμβασης.

Για την εκπαίδευση ψυχοθεραπευτών, αυτό το πλαίσιο έχει ιδιαίτερη σημασία. Η θεραπευτική επάρκεια δεν είναι μόνο ζήτημα γνώσης, αλλά και ταυτότητας: «ποι@ είμαι ως θεραπευτ@», «πώς σκέφτομαι κλινικά», «πώς στέκομαι σε δύσκολες σχέσεις». Μέσα σε μια κοινότητα πρακτικής, οι/τα εκπαιδευόμενοι/ες/α κινούνται από τη νόμιμη περιφερειακή συμμετοχή (legitimate peripheral participation) προς πιο κεντρικούς ρόλους, μαθαίνοντας μέσα από παρατήρηση, συν-σκέψη, δοκιμή/πειραματισμό και αναστοχασμό.

Έρευνες σε επαγγελματικά και κλινικά περιβάλλοντα δείχνουν ότι οι κοινότητες πρακτικής ενισχύουν τη μεταφορά γνώσης στην πράξη, την αμοιβαία δέσμευση και τη δημιουργία κοινής κλινικής γλώσσας. Μελέτες σε επαγγελματίες υγείας καταγράφουν ότι η συμμετοχή σε δομημένες κοινότητες πρακτικής προάγει τη συλλογική μάθηση, την ποιότητα της πρακτικής και την αίσθηση επαγγελματικής ταυτότητας.

Στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, αυτό μεταφράζεται σε ομάδες μάθησης, κύκλους σεμιναρίων, κοινότητες εποπτείας, peer groups, δίκτυα πρακτικής-έρευνας και βιωματικά εργαστήρια – summer school, όπου οι θεραπευτές δεν είναι απλώς «μαθητές», αλλά συν-διαμορφωτές γνώσης. Όπως σημειώνει και ο Wenger σε συνέντευξή του στο Psychotherapy Networker, μεγάλο μέρος της ουσιαστικής μάθησης των θεραπευτών συμβαίνει στις άτυπες, οριζόντιες συνομιλίες με συναδέλφους, εκεί όπου μοιράζονται διλήμματα, αβεβαιότητες και μικρές πρακτικές σοφίες.

Η κοινότητα πρακτικής είναι ένας τρόπος να σχεδιάσουμε μια ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση ως συλλογική, ενσώματη και σχεσιακή διαδικασία. Για την εκπαίδευση ψυχοθεραπευτών, αυτό σημαίνει μετάβαση από το «μαθαίνω τεχνικές» στο «συμμετέχω σε ένα πεδίο πρακτικής και γίνομαι θεραπευτ@ μέσα από σχέσεις πρακτικής». Και ίσως εκεί, ακριβώς, να βρίσκεται ένα από τα πιο ισχυρά αλλά και πιο παραγνωρισμένα εργαλεία επαγγελματικής ανάπτυξης.

Στη συνάντηση Χιαστί, σχεδιάζουμε να πειραματιστούμε με μεθοδολογίες Problem Based Learning και Critical Action Learning, σε ομαδο-συνεργατική βάση, αντλώντας από πραγματικά σενάρια πρακτικής, παράλληλα με ομάδες μελέτης θεωρίας, ομάδες εποπτείας και βιωματικά/αυτογνωσιακά εργαστήρια.

Για περισσότερα, μπορείτε να παρακολουθείτε τις αναρτήσεις σε αυτό το χώρο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία & σύνδεσμοι: